γελαστός

γελᾰσ-τός, ή, όν,
A laughable,

ἔργα Od.8.307

; of persons, Babr.45.12.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γελαστός — laughable masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελαστός — ή, ό (Α γελαστός, ή, όν) νεοελλ. 1. αυτός που έχει χαρούμενη, εύθυμη έκφραση στο πρόσωπο 2. (για πράγματα) ο φαιδρός, ο χαρωπός αρχ. ο άξιος για γέλια, ο γελοίος …   Dictionary of Greek

  • γελαστός — [геластос] εκ. смеющийся, улыбающийся …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γελαστός — ή, ό επίρρ. ά εύθυμος, χαρωπός: Η νύφη ανέβηκε γελαστή τα σκαλιά της εκκλησίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γελαστά — γελαστά̱ , γελαστής laugher masc nom/voc/acc dual γελαστής laugher masc voc sg γελαστής laugher masc nom sg (epic) γελαστός laughable neut nom/voc/acc pl γελαστά̱ , γελαστός laughable fem nom/voc/acc dual γελαστά̱ , γελαστός laughable fem nom/voc …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • АГЕЛА —    • Αγέλη,          так назывались товарищества, устраивавшиеся в дорических государствах, особенно у критян, из юношей, достигших 17 летнего возраста; членами такого товарищества они оставались до женитьбы. Цель этого учреждения была та, чтобы… …   Реальный словарь классических древностей

  • αειμειδής — ές αυτός που διαρκώς χαμογελάει, φιλομειδής, γελαστός. [ΕΤΥΜΟΛ. Όπως και το φιλο μειδής, είναι δυνατό να παράγεται ή απευθείας από το μειδιώ ή από το μεῖδος (= γέλως), που σώζεται μόνο στον Ησύχιο] …   Dictionary of Greek

  • γαλήνη — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Μία από τις Νηρηίδες, κόρη του Ιχθύος και της Ησυχίας. Εικονίζεται σε πολλά αγγεία και δακτυλιόλιθους, πάντα μέχρι το στήθος, με τα μαλλιά λυτά, να κολυμπάει στη θάλασσα. 2. Μία από τις Βάκχες. Το όνομά της… …   Dictionary of Greek

  • γελανής — γελανής, ές (Α) γελαστός, χαρωπός. [ΕΤΥΜΟΛ. < *γελασ νής < *γελασνός < (θ.) γελάσ γελάω, μεταπλασμένο κατά το πρότυπο τών πρηνής απηνής, προσηνής] …   Dictionary of Greek

  • γελασίνος — ο (θηλ. νη, η) (AM) 1. αυτός που γελάει διαρκώς, ο γελαστός 2. πληθ. οἱ γελασῑνοι (ὀδόντες) τα δόντια που φαίνονται όταν γελάμε, οι κοπτήρες 3. (θηλ. πληθ.) α) αἱ γελασῑναι τα λακκάκια που σχηματίζονται στα μάγουλα αυτών που γελάνε β) τα λακκάκια …   Dictionary of Greek

  • γελασηνός — ή, ό (Α γελασηνός, ή, όν) 1. ο γελαστός, ο εύθυμος 2. (για τόπους) ο χαριτωμένος («γελασηνό ακρογιάλι»). [ΕΤΥΜΟΛ. < (θ.) γελασ , γελάω + ηνός] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.